Ήταν κάποτε μια αρχοντοπούλα του Πόντου. Σαν
έβγαινε βόλτα στα Παρχάρια πάνω στο άσπρο άλογο, το κε-
φάλι της βάραινε από τα χρυσά φλουριά που φορούσε στε-
φάνι. Παντρεύτηκε, γέννησε τέσσερα παιδιά, έζησε λίγα ευ-
τυχισμένα χρόνια. Μετά ήλθε η καταστροφή. Ο πρώτος της άντρας
σκοτώθηκε στο μέτωπο. Πέταξε τα φλουριά από το κεφάλι, μπήκε
μπροστά για να σώσει ό, τι της απόμεινε. Δεν τα κατάφερε. Είδε να
εκτελούνται μπροστά στα μάτια της τα τρία της αδέρφια. Σπάραξε αλλά
προσπάθησε να σώσει τα παιδιά της. Και πάλι δεν τα κατάφερε. Τα
έχανε στην μακριά πορεία έως το λιμάνι του «συνωστισμού». – Ελά-
τε τώρα μια λέξη είναι, τόσο πολύ σας πείραξε; Το πιο μικρό δάγκω-
σε το βυζί της και άφησε την τελευταία του πνοή.
